3.375

Deutsch - Griechisch (Subject) / A1 bis B1 (Lesson)

A1 - A2 - B1 Vokabeln

This lesson was created by vordme34.

Learn lesson

Advertisement
  • der/die Bauer/Bäuerin, -n/-nen αγρότης/αγρότισσα
  • das Arbeitsamt, "-er γραφείο ευρέσεως εργασίας
  • programmieren προγραμματίζω
  • die Teilzeit, * μερική απασχόληση
  • die Vollzeit, * πλήρης απασχόληση
  • der/die Erzieher-in, -/-nen το άτομο που φροντίζει παιδιά, παιδαγωγός
  • tagsüber όλη τη μέρα
  • die Großküche, -n μαγειρείο
  • anstrengend κουραστικός
  • der Ausbildungsplatz, "-e θέση για εκπαίδευση επαγγέλματος
  • Advertisement
  • die Berufsschule, -n σχολή όπου κάποιος μαθαίνει κάποιο επαγγελμα
  • ausbilden εκπαιδεύω
  • der/die Angestellte, -n ο/η υπάλληλος
  • der/die Auszubildende, -n oder Azubi εκπαιδευόμενος/εκπαιδευόμενη
  • (sich) selbständig machen έχω/κάνω τη δική μου δουλειά
  • das Militär, * στρατός
  • das Au-Pair, -s άτομο που ταξιδεύει στο εξωτερικό και εργάζεται (οικότροφος) σε οικογένεια ως μπέιμπισιτερ, προκειμένου να μάθει τη γλώσσα.
  • die Berufserfahrung, * επαγγελματική εμπειρία
  • der Führerschein (z.B. Klasse B), -e άδεια οδήγησης (π.χ. Β κατηγορίας)
  • ambulant περίθαλψη ασθενούς στο νοσοκομείο χωρίς να γίνει εισαγωγή (στα επείγοντα ή/και στη βραχεία νοσηλεία)
  • die Pflege, * φροντίδα
  • z.T.=zum Teil κατά ένα μέρος
  • schriftlich γραπτώς
  • der/die Maurer/in, -/-nen ο/η χτίστης/χτίστρια
  • der/die Maler/in, -/-nen ο/η ζωγράφος
  • der/die Lackierer/in, -/-nen βαφέας
  • der/die Berufsanfänger/in, -/-nen αυτός/αυτή που τώρα ξεκινά επαγγελματικά
  • die Kenntnis, -e γνώση
  • der/dei Industriekaufmann/-frau, "-er/-en λογιστής/λογίστρια βιομηχανικής επιχείρησης
  • der Export, -e εξαγωγή
  • Advertisement
  • das Profil, -e σκιαγράφηση του χαρακτήρα (της εταιρίας)
  • attraktiv ελκυστικός
  • der/die Ansprechpartner, -/-nen σύνδεσμος
  • telefonisch τηλεφωνικώς
  • (etw. an jdn) richten απευθύνω
  • die Wochenendarbeit, -en δουλειά το σαββατοκύριακο
  • verdoppeln διπλασιάζω
  • feststellen διαπιστώνω
  • der/die Nutzer/in, -/-nen ο/η χρήστης
  • das Stichwort, "-er λέξη κλειδί
  • der Schulabschluss, "-e αποφοίτηση απο το σχολείο
  • die persönliche Daten, Pl. προσωπικά στοιχεία
  • persönlich προσωπικός
  • die Anschrift, -en διεύθυνση
  • senden στέλνω
  • mit freundlichen Grüßen (Gruß im Brief) με φιλικούς χαιρετισμούς (χαιρετισμός σε γράμμα)
  • der Vogel, "- πουλί
  • imitieren μιμούμαι
  • der/die Tänzer/in, -/-nen χορευτής/χορεύτρια
  • anwenden χρησιμοποιώ